ଋଷଭୀ Ṛushabhī

  • ସଂ. ବି. ସ୍ତ୍ରୀ. (ଋଷଭ+ସ୍ତ୍ରୀ. ଈ) — ଋଷଭା (ଦେଖ) — Ṛushabhā (See)